Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Μιλάμε για ΠΟΙΗΣΗ, Γιάννη Τσίγκρα!

ΚΙ Η ΝΥΧΤΑ
Κι η νύχτα είναι τόσο ωραία απόψε,
σαν τους αγνώστους που σου ανοίγουνε την πόρτα
και,σηκώνοντας τη λάμπα,
λένε "περάστε".
 
ΓΡΑΦΩ ΓΙΑ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΜΟΝΟΣ
Ανάμεσα απ' τα δάχτυλά μου, περνούν παλιές ιστορίες κι ονόματα,
κάποτε έβρισκα πως μ' αφορούσαν, τώρα βαραίνουν
όσον η πέτρα στο λαιμό του αυτόχειρα,
όσο τα όνειρα χωρίς όνομα κι οι άδειοι σταθμοί των τρένων,
γράφω λοιπόν για να νιώθω λιγότερο μόνος, κι εκείνο το φεγγάρι,
α, το φεγγάρι που έλαμπε σαν το θάνατο,
μπροστά στα μάτια των καταδίκων,έχει πάρει το χαλκοπράσινο χρώμα
παλαιών λειψανοθηκών, γράφουν απέξω,
με αβέβαιη ορθογραφία, αφορισμούς
κι ο Μορίς Λεμπλάν τελείωσε,στο καφέ,
την κουβέντα του με τον Αρσέν Λουπέν,
"φίλε δε μπορείς να τη γλιτώνεις πάντα,
αυτή τη φορά θα σε παραδώσω,κουράστηκα",
το ξέρω, θα μου πείτε, είναι η συνέχεια μιας παλιάς σιωπής,
διαβάζαμε τη Μάσκα, στο φως του στύλου κι ο Σκορδάς
φώναζε από απέναντι,"γαμωτοκέρατό σας, αφήστε μας να κοιμηθούμε".
Σας είπα, παλιές ιστορίες κι ονόματα που δεν μιλούν πια.
  • ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΖΟΝΙΑ
    Κι η έμπνευση,
    αυτό το κογιότ που έρχεται από την Πλειστόκαινο
    με σημαία του το "εγώ"
    να χρεωθεί παρακαλώ πρώτα στους επαναστάτες ποιητές-
    ας ακολουθήσουν οι άλλοι με τ'ασημένια φύλλα και τ'αηδόνια,
    μια διακόσμηση
    Τί,στο μπιπ, εκ του μηδενός, δημιουργούμε;
    Ούτε καν έναν ασπρόμαυρο έρωτα,το ψαλίδι
    στο δεξί χέρι,κοπτοράπτες
    κι όμως, γεμίσαμε τον τόπο, όπως τα τριζόνια ένα δάσος.
     
    ΕΓΩ ΔΕ ΜΙΛΩ Μ' ΕΝΑ ΚΟΥΚΟΥΛΙ
    Ο άγνωστος χ,ένα βράδυ, χτύπησε την πόρτα μου,
    του άνοιξα αμήχανος, "μη φοβάσαι" μου είπε
    "θα σε βοηθήσω να γράψεις το ποίημά σου, αρκεί
    να γνωριστούμε" μα εγώ τον ήξερα από παλιές εξισώσεις
    "ευχαριστώ"του απάντησα "μου είσαι οικείος αλλά
    είναι δύσκολο να συνδιαλεχθώ με μια μάσκα, μια σύμβαση
    ένα κουκούλι,εγώ έχω τα σίγουρα αστέρια μου
    και τις φωνές όσων δεν βλέπω".
    Χαμογέλασε και κάθισε,άνοιξε ένα μπλοκάκι
    και "δεν αμφιβάλλω" συνέχισε "αλλά πίσω απόλα αυτά
    βρίσκομαι εγώ
    κι εμένα δε με γνωρίζεις,λοιπόν τ'αστέρια σου δεν ξέρεις τί είναι
    και εκείνοι που μιλούν, κάτω στο δρόμο σου είναι άγνωστοι".
    Εξακολουθούσα να τον κοιτάζω αμήχανος"μα και σένα δε σε γνωρίζω
    κατ' ουσίαν"ψέλισσα "και ποιος σου είπε
    ότι αυτά που γράφεις προσεγγίζονται οντολογικά- το φαινόμενο
    είναι, μια απλή σκηνοθετική απόπειρα
    κι αυτή αποτυχημένη"
    και άρχισε πυρετωδώς να γράφει για λογαριασμό μου.
     
    ΤΑ ΗΜΙΤΕΛΗ
    Kι ύστερα άναψαν τα νυχτολούλουδα,έσκυψα πάνω τους,να συνεχίσω με τον πατέρα,σαν από αρχαία χωνιά φωνογράφων,εκείνη την παλιά κουβέντα για τον πόλεμο και τα ταξίδια
     
    ΕΝΑ ΣΑΛΙΩΜΕΝΟ ΜΟΛΥΒΙ
    Κάποια από τα ποιήματά μου, τα μάζεψα απ'τ' ανθισμένα
    κλωνάρια των αρμυρικιών, άλλα γύρω από μηρμυγκοφωλιές,
    μερικά άναψαν με το που τ' άγγιξα κι άλλα έμειναν σαν την κόρη
    των ρομαντικών, που έσερνε "μόνον φθινόπωρα και άνοιξην καμμίαν".
    Αγάπησα όσα κατευθύνθηκαν, σαν προσευχή,ενώπιόν Του,
    τα ποιήματα- εσπερινοί, μου δρόσισαν τα χέρια, όταν η Πούλια άνθιζε
    κι έλεγα "θου Κύριε,φυλακήν τω στόματί μου, αλλά, στα δάκτυλά μου,
    άφησε
    αυτό το σαλιωμένο μολύβι, να γράφω παντού, στα έπιπλα και την καρδιά μου",
    ο Κέρουακ έγραψε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, σ' ένα ρολό χαρτιού υγείας,
    εγώ,μαζεύω ποιήματα απ' τις πολύχρωμες ομπρέλες, την ώρα
    που περνάει ένα ταξί και κλείνουν άδοξα,τινάζονται, σαν τους καρπούς
    της ιπποκαστανέας, στη μύτη των διαβατών, προσφέροντας την
    αίσθηση ότι τα βουνά ταξιδεύουν,περνούν απ' το ένα όνειρο στο άλλο,
    έτσι όπως γίνεται με τα διηγήματα του Μάριου Χάκκα,ο μισοσαστισμένος
    ήρωας μπερδεύει τις πόρτες των μικρών κειμένων,το θάνατο και τη ζωή.
     
    Υγ. Τι να πρωτοκλέψω; Κλέβεται ο Γιάννης;  Στερεύει ο Γιάννης;
    Τον χαίρομαι που γράφει ασταμάτητα, τον καμαρώνω, του εύχομαι ΥΓΕΙΑ κ.λ.π. και η καθυστερημένη Δόξα, θέλοντας και μη, θα έρθει!
    Ήδη τρέχει και πολύ άργησε!
     
     
     
     
     
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το "κάτι" που μένει...